Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

 Βόσκουνε ᾑ ἄλλαις πέρδικες ἢ λούζονται στὸ αὐλάκι,
Καὶ μιὰ στὰ νύχια περπατεῖ ἐπάνω σὲ κοτρώνι,
Καὶ γέρνει πίσω καὶ τηρᾷ μικρὸ ἕνα περδικάκι,
Καὶ πότε τοῦ γλυκομιλεῖ καὶ πότε τοῦ μαλλόνει.

«- Ἄκω τῆς μάννας τὴ λαλιά, καὶ ἀνέβα στὸ λιθάρι,
Γιατὶ ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ, μονάκριβο πουλί μου.
- Γιά ᾿δὲ, μαννούλα, τὸ νερὸ ποὺ βρέχει τὸ θυμάρι,
Γιὰ ᾿δὲ τὰ συνομίληκα πῶς παίζουν ἀντικρύ μου.

- Ἔχουν ᾑ μάνναις τους πολλά! Ἔλα, πουλί, κοντά μου,
Κ᾿ εἶδα τὸν ἴσκιο γερακιοῦ ἐδῶ σιμὰ στ᾿ αὐλάκι.
- Πᾶμε, μαννούλα, στὰ νερὰ νὰ βρῶ τὴν συντροφιά μου·
Αὐτὸ ἦταν σύννεφο μικρό, δὲν ἤτανε γεράκι.»

Καὶ ὁ ἴσκιος πάλι ἐφάνηκεν ἐπάνω στὰ λιθάρια,
Καὶ κατεβαίνει ἡ πέρδικα ζητῶντας τ᾿ ἀκριβό της.
Καὶ αὐταὶς ποὺ ἦταν στὸ ῥίζωμα τρυπῶσαν στὰ θυμάρια…
Ἐκεῖθε ὁ ἴσκιος πέρασε τοῦ γερακιοῦ προδότης.

Καὶ ἀκούσθη ἕνα φτερούγισμα, μιὰ ταραχὴ, μιὰ ἀντάρα,
- Ὁπὤχει τὸ μονάκριβο ἔχει πικρὴ τὴν τύχη! -
Σκούζει, χτυπιέται ἡ πέρδικα μὲ τρόμο, μὲ λαχτάρα,
Καὶ τὸ ἀκριβό της σπαρταρᾷ στοῦ γερακιοῦ τὸ νύχι.

ᾙ μάνναις τῶν παιδιῶνε μας γεράκι δὲν φοβοῦνται
Τὸ μυριοχαϊδεμμένο τους στὰ νύχια του νὰ πάρῃ…
Ἀπὸ ἄλλα βάσανα σκληρὰ στὸν κόσμον τυραννοῦνται-
Ἔχουν ἀρρώστειες φοβερὲς καὶ Χάρο μακελλάρη.