Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

 Ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων
Θεσσαλοὶ ἐλειτουργοῦντο
Εἰς χωρίον μονωμένον,
Εἰς ἀπόκεντρον ναόν,
Προσκυνοῦντες ἕνα μόνον,
Τρισυπόστατον Θεόν!

Τελειών᾿ ἡ λειτουργία·
Καὶ χαρμόσυνοι ἐξῆλθαν
Χωρικοί, πλὴν ἀγγαρεία
Τοὺς προσμένει ποταπή·
Τὸν ναὸν εἶχαν ζωσμένον
Ὁπλοφόρσι ἀγριωποί!


Ἐποχὴ μακρᾶς δουλείας!
Εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένος
Ἦλθε τότε νεανίας,
Νὰ ἰδῆ τοὺς συγγενεῖς.
Δὲν τοῦ εἶπαν «καλῶς ἦλθες»,
Δὲν τὸν φίλησε κανείς!...

Μὲ τὴν μάστιγα δαρμένοι
Εἰς ἓν ρεῦμα βορβορῶδες
Ἐπερνοῦσαν φορτωμένοι
Ὡσὰν κτήν᾿ οἱ χωρικοί!
Καὶ ὁ νέος λυπημένος
Τοὺς ἐκύτταζεν ἐκεῖ.

Καὶ ἰδοὺ τὸν πλησιάζει
Βάρβαρος μαστιγοφόρος
Καὶ λοξά, λοξὰ κυττάζει
Καὶ τοῦ λέγει μὲ ὀργήν:
«Σκῦψε κάτω καὶ φορτώσου,
Σκῦψε, κτῆνος, εἰς τὴν γῆν!»

Ῥίπτει πλῆρες νομισμάτων
Ἓν βαλάντιον ὁ νέος.
Ἀλλ᾿ ὁ βάρβαρος φρυάττων
Τὸν ὠθεῖ ἀγριωπὰ
Καὶ τοῦ δείχνει τὸ φορτίον
Καὶ τὴν μάστιγα κτυπᾷ.

Φορτωμένος σάκκον σίτου,
Κολλημένος εἰς τὴν λάσπην,
Ἐσταμάτα· κ᾿ ἡ ψυχή του,
Πνιγομένη εἰς τὸν θυμόν,
Ἕνα ἔχυσε μ᾿ ὀδύνην
Ἀπ᾿ τὰ βάθη στεναγμόν.

Ὅσ᾿ οἱ κόκκοι τοῦ φορτίου,
Τόσους ὄφεις θὰ σκορπίσω
Εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ θηρίου,
Ποὺ μὲ νύχια σκληρά,
Πρὸ τριῶν μακρῶν αἰώνων
Μᾶς σπαράττει τὰ πλευρά!

Καὶ τὴν αὔριον μὲ πήραν
Καὶ μὲ ράσον καλογήρου
Ἐπλανὰτο κρούων λύραν
Μὲ χορδὰς μεγάλας τρεῖς·
Καὶ χορδαὶ τῆς λύρας ἦσαν:
Δόξα, Πίστις καὶ Πατρίς.

Οὕτως ἤρχισε νὰ ψάλλῃ !
Κι ἐδυνάμωνε τὸν ψάλτην
Ὁ θυμός, δι᾿ οὗ προσβάλλει
Ὁ μικρὸς τοὺς δυνατούς,
Ὁ θυμός, ποὺ μεγαλώνει
Τοῦ Θεοῦ τοὺς ἐκλεκτούς.

Αὐτὸς ἔρριψε τοὺς σπόρους,
Ὅπου σήμερον ἀνθίζουν·
Ἀλλ᾿ ἀπ᾿ ἄνδρας αἱμοβόρους
Εὗρε βάσανα σκληρὰ
Κ᾿ ἐκυλίσθη αἱματωμένος
Εἰς τοῦ Ἴστρου τὰ νερά.

Διαβάται τώρ᾿ ἀκόμη
Ἀσκεπεῖς στὸ Βελιγράδι
Σκύπτουν καὶ φιλοῦν τὸ χῶμα
Καὶ τὴν ἄμμον τῆς ἀκτῆς,
Ὅπου ἔπεσεν ὁ Ρήγας
Ὁ Τυρταῖος ποιητής.